δηναιός

δηναιός, ή, όν, [dialect] Dor. [full] δᾱναιός, ά, όν,
A long-lived, Il.5.407;

δ. κλέος Theoc.16.54

; long-continued,

ὁδοιπορίη IG14.1780

;

χρόνος A.R.4.1547

;

βίος AP6.39.7

(Arch.): neut. as Adv., Man.3.143.
2 aged,

κόραι A.Pr.794

; ancient, θρόνοι ib.912 (and in Eu.846(lyr.), δαναιᾶν should be restored with Dindorf for δαμαίων, cf. Call.Fr. 105);

ἀοιδοί Id.Jov.60

; worn out,

δένδρα Hsch.

II after a long time,

δ. εἰσαφίκοντο A.R.4.645

; late come, long absent,

ἀδελφεός Opp.H.4.154

: neut. δηναιόν, as Adv., A.R.3.590: so pl.,

δηναιά Maiist.8

.
III personified, Θόωσα and Δηναιή, Overspeed and Loitering, Emp.122.3.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δηναιός — δηναιός, ή, όν και δωρ. τ. δαναιός, ά όν (Α) 1. μακροχρόνιος, διαρκής 2. γέροντας 3. αρχαίος, παλαιός. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. θεωρήθηκε σύνθετη από τα δην και *αιFos, παράλληλο τ. τού αιών, πράγμα πιο πιθ. από την υπόθεση ότι προέρχεται από δην +… …   Dictionary of Greek

  • δηναιός — long lived masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηναιά — δηναιός long lived neut nom/voc/acc pl δηναιά̱ , δηναιός long lived fem nom/voc/acc dual δηναιά̱ , δηναιός long lived fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηναιῶν — δηναιός long lived fem gen pl δηναιός long lived masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηναιόν — δηναιός long lived masc acc sg δηναιός long lived neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηναιαί — δηναιός long lived fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηναιοῖσι — δηναιός long lived masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηναιοί — δηναιός long lived masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηναιοῦ — δηναιός long lived masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηναιούς — δηναιός long lived masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηναιᾶς — δηναιός long lived fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.